filmov
tv
Αποχαιρετιστήριο...

Показать описание
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
. . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Τὸ γράμμα σου τ’ ἀποψινὸ μὲ βρῆκε λυπημένο·
μὴ λὲς πὼς ἦταν ἀφορμὴ τ’ ὀργίλο σου γραφτό:
λὲς κι ἀπὸ πρίν, κάποια φωνή, μοῦ τό 'χεν εἰπωμένο.
Δὲ θλίβομαι γι' αὐτό.
Ἔτυχεν, ὅμως, ἡ βραδιὰ τόσο βουβὰ νὰ σβήσει,
κι ὁ ἥλιος, μακριά, τόσο θλιβὰ νὰ χάνεται μαζί...
Τέτοιες βραδιές, ἡ σκέψη μου, ποὺ νοσταλγεῖ κι ἐκείνη,
δὲ θά ’θελε νὰ ζεῖ!
Ἐξάλλου, λὲς γιὰ πράματα, ποὺ ἐγώ, δὲ βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, μὲ πεῖσμα καὶ χολή·
ἐκεῖνος ποὺ τὰ λόγια σου τα πρὶν ἔχει διαβάσει,
θὰ ξαφνιαστεῖ πολύ!...
Μοῦ λὲς πὼς «κυλιστήκαμε στὸ βόρβορο», –φαντάσου!
Κι ἐγὼ ποὺ τό ’χὰ καύχημα κρυφό, τόσον καιρό,
πὼς ἡ καρδιά μου στάθηκε στὰ πλάνα βήματά σου,
σὰν ἄστρο φεγγερό!
Τὸ γράμμα σου τ’ ἀποψινό, μὲ βρῆκε λυπημένο,
λὲς κι ἡ καρδιά μου, σὰν ἀνθός, γιὰ πάντα ἔχει σαπεί.
Κι ὅσο γιὰ κεῖνο ποὺ μοῦ λές: «μιὰ ἄγνωστη θὰ μένω»,
–δὲν ξέρω τί θὰ πεῖ...
ΙΙ
Τὸ βράδυ ποὺ σ’ ἀγάπησα δὲν ἦταν καλοκαίρι.
Τὰ φύλλα, μόλις πρόβαλλαν ἐπάνω στὰ κλαριά
–κι οὔτε θυμᾶμαι, νὰ σοῦ πῶ, τί μ’ εἶχε, τότε, φέρει,
σ’ ἐκείνη τὴ μεριά.
Θυμᾶμαι μόνο, πού 'σερνα τὸ βῆμα τὸ νωθρό μου,
καὶ τὸ μυαλό μου γύριζε σὲ πράματα παλιά,
τὴν ὥρα ποὺ σ’ ἀπάντησα, νὰ στέκεσαι στοῦ δρόμου
τὰ πέτρινα σκαλιά.
Τὴ νύχτα ἐκείνη, τὴν τρελή, τὴ νύχτα τὴ μεγάλη,
νὰ στὴ θυμίσω τώρα, ἐδῶ, τὸ βρίσκω περιττό.
«Τὰ περασμένα πέρασαν, μὴν τὰ θυμᾶσαι πάλι...»,
μᾶς λέει τὸ ρητό...
Κι ὅμως, καὶ σὺ μ’ ἀγάπησες βαθύτατα –τὸ νιώθω...
Καὶ ξέρω ἀκόμα, πώς, συχνά, μοῦ τό ’χὲς ὁρκιστεῖ,
πὼς ὅσο κι ἂν μαραίναμε τὸν πρῶτο μας τὸν πόθο,
θὰ μέναμε πιστοί!
Μιᾶς καὶ δὲν ἦταν νὰ σταθεῖς σ’ ἐκεῖνα πού 'χες τάξει,
τότε γιατί, τὸ λόγο αὐτό, μ’ ἀνάγκασες νὰ πῶ;...
Τὸν ὅρκο σου τὸν πάτησες, μὰ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀλλάξει...
–ἀκόμα σ’ ἀγαπῶ.
. . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Τὸ γράμμα σου τ’ ἀποψινὸ μὲ βρῆκε λυπημένο·
μὴ λὲς πὼς ἦταν ἀφορμὴ τ’ ὀργίλο σου γραφτό:
λὲς κι ἀπὸ πρίν, κάποια φωνή, μοῦ τό 'χεν εἰπωμένο.
Δὲ θλίβομαι γι' αὐτό.
Ἔτυχεν, ὅμως, ἡ βραδιὰ τόσο βουβὰ νὰ σβήσει,
κι ὁ ἥλιος, μακριά, τόσο θλιβὰ νὰ χάνεται μαζί...
Τέτοιες βραδιές, ἡ σκέψη μου, ποὺ νοσταλγεῖ κι ἐκείνη,
δὲ θά ’θελε νὰ ζεῖ!
Ἐξάλλου, λὲς γιὰ πράματα, ποὺ ἐγώ, δὲ βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, μὲ πεῖσμα καὶ χολή·
ἐκεῖνος ποὺ τὰ λόγια σου τα πρὶν ἔχει διαβάσει,
θὰ ξαφνιαστεῖ πολύ!...
Μοῦ λὲς πὼς «κυλιστήκαμε στὸ βόρβορο», –φαντάσου!
Κι ἐγὼ ποὺ τό ’χὰ καύχημα κρυφό, τόσον καιρό,
πὼς ἡ καρδιά μου στάθηκε στὰ πλάνα βήματά σου,
σὰν ἄστρο φεγγερό!
Τὸ γράμμα σου τ’ ἀποψινό, μὲ βρῆκε λυπημένο,
λὲς κι ἡ καρδιά μου, σὰν ἀνθός, γιὰ πάντα ἔχει σαπεί.
Κι ὅσο γιὰ κεῖνο ποὺ μοῦ λές: «μιὰ ἄγνωστη θὰ μένω»,
–δὲν ξέρω τί θὰ πεῖ...
ΙΙ
Τὸ βράδυ ποὺ σ’ ἀγάπησα δὲν ἦταν καλοκαίρι.
Τὰ φύλλα, μόλις πρόβαλλαν ἐπάνω στὰ κλαριά
–κι οὔτε θυμᾶμαι, νὰ σοῦ πῶ, τί μ’ εἶχε, τότε, φέρει,
σ’ ἐκείνη τὴ μεριά.
Θυμᾶμαι μόνο, πού 'σερνα τὸ βῆμα τὸ νωθρό μου,
καὶ τὸ μυαλό μου γύριζε σὲ πράματα παλιά,
τὴν ὥρα ποὺ σ’ ἀπάντησα, νὰ στέκεσαι στοῦ δρόμου
τὰ πέτρινα σκαλιά.
Τὴ νύχτα ἐκείνη, τὴν τρελή, τὴ νύχτα τὴ μεγάλη,
νὰ στὴ θυμίσω τώρα, ἐδῶ, τὸ βρίσκω περιττό.
«Τὰ περασμένα πέρασαν, μὴν τὰ θυμᾶσαι πάλι...»,
μᾶς λέει τὸ ρητό...
Κι ὅμως, καὶ σὺ μ’ ἀγάπησες βαθύτατα –τὸ νιώθω...
Καὶ ξέρω ἀκόμα, πώς, συχνά, μοῦ τό ’χὲς ὁρκιστεῖ,
πὼς ὅσο κι ἂν μαραίναμε τὸν πρῶτο μας τὸν πόθο,
θὰ μέναμε πιστοί!
Μιᾶς καὶ δὲν ἦταν νὰ σταθεῖς σ’ ἐκεῖνα πού 'χες τάξει,
τότε γιατί, τὸ λόγο αὐτό, μ’ ἀνάγκασες νὰ πῶ;...
Τὸν ὅρκο σου τὸν πάτησες, μὰ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀλλάξει...
–ἀκόμα σ’ ἀγαπῶ.