filmov
tv
Ρολάν Μπαρτ- Sapientia

Показать описание
Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες-Μάθημα, Εκδόσεις Ράππα, Μετάφραση Καίτης Χατζηδήμου και Ιουλιέττας Ράλλη, Επιμέλεια μετάφρασης Γιάννη Κρητικού.
Η χειροτεχνική γραφή, που ανήκει στην κληρονομιά του αστισμού, δεν διασαλεύει καμία τάξη. Ο συγγραφέας, στερημένος από άλλες ευκαιρίες ν΄αγωνιστεί, διακατέχεται από ένα πάθος που είναι αρκετό για να τον δικαιώσει: το ξεγέννημα της μορφής. Δεν τον απασχολεί η ελευθέρωση μιας νέας λογοτεχνικής γλώσσας, ωστόσο δέχεται τουλάχιστον να πλειοδοτήσει για την παλιά, να τη φορτίσει με στόχους, με επιτηδευμένες και φανταχτερές εκφράσεις, και με αρχαϊσμούς, να δημιουργήσει μια γλώσσα πλούσια και θνητή. Αυτή η σπουδαία παραδοσιακή γραφή, του Ζιντ, του Βαλερύ, του Μπρετόν, δείχνει ότι η μορφή με τη βαρύτητά της, με τις εξαίσιες πτυχώσεις της, είναι μια αξία που υπερβαίνει την Ιστορία, όπως είναι η τελετουργική γλώσσα των ιερέων.
Αυτή την ιερή γραφή, άλλοι συγγραφείς πίστεψαν πως δεν θα μπορούσαν να την ξορκίσουν παρά μόνο εξαρθρώνοντάς την. Υπονόμευσαν λοιπόν τη λογοτεχνική γλώσσα, έσπαζαν ακατάπαυστα το αναγεννώμενο κέλυφος των κλισέ, των συνηθειών, του μορφικού παρελθόντος του συγγραφέα. Μέσα στο χάος των μορφών, μέσα στην έρημο των λέξεων, σκέφτηκαν να πετύχουν ένα στόχο που δεν είχε καθόλου Ιστορία, να βρουν τη φρεσκάδα μιας καινούριας κατάστασης της γλώσσας. Αυτές όμως οι διαταραχές τελικά χαράζουν τους δικούς τους δρόμους, δημιουργούν τους δικούς τους νόμους. Η λογοτεχνία απειλεί κάθε γλώσσα που δεν είναι ξεκάθαρα βασισμένη πάνω στον κοινωνικό λόγο. Με το ν΄αποφεύγει όλο και πιο έντονα μια σύνταξη της αταξίας, η αποσύνθεση της γλώσσας δεν οδηγεί παρά σε μια σιωπή της γραφής.
Η τελική αγραφία του Ρεμπώ ή ορισμένων σουρρεαλιστών-που γι΄αυτό άλλωστε και ξεχάστηκαν- αυτός ο συγκλονιστικός αυτοαφανισμός της Λογοτεχνίας, διδάσκει ότι, για ορισμένους συγγραφείς η γλώσσα, πρώτη και τελευταία διέξοδος από τον λογοτεχνικό μύθο, ανασυνθέτει τελικά εκείνο που ήθελε να αποφύγει, ότι δεν υπάρχει γραφή που να παραμένει επαναστατική και ότι κάθε σιωπή της μορφής δεν γλιτώνει από την αγυρτεία παρά μόνο με την τέλεια βουβαμάρα.Ο Μαλαρμέ, κάτι σαν Άμλετ της γραφής, εκφράζει σωστά αυτή την ευπαθή φάση της Ιστορίας, όπου η λογοτεχνική γλώσσα διατηρείται μόνο για να υμνήσει καλύτερα την ανάγκη της να πεθάνει. Η τυπογραφική αγραφία του Μαλαρμέ τείνει να δημιουργήσει γύρω της από τις αραιωμένες λέξεις μια κενή ζώνη που μέσα της η ομιλία, ελευθερωμένη από τις κοινωνικές και ένοχες αρμονίες της, παύει ευτυχώς να αντηχεί. Η λέξη, ξεκολλημένη από το επίστρωμα των συνηθισμένων κλισέ, των τεχνικών ανακλαστικών του συγγραφέα, είναι τώρα απόλυτα ανεύθυνη για όλα τα δυνατά συμφραζόμενα. Προσεγγίζει μια σύντομη, μοναδική πράξη, που η θαμπάδα της πιστοποιεί μια μοναξιά, άρα μια αθωότητα. Η τέχνη αυτή έχει την ίδια τη δομή της αυτοκτονίας: η σιωπή είναι σ΄αυτή ένας ομογενής ποιητικός χρόνος, που σφηνώνεται ανάμεσα σε δύο στρώματα και κάνει τη λέξη να φανερώνεται όχι τόσο σαν ένα απόκομμα κρυπτογραφήματος, όσο σαν ένα φως, ένα κενό, ένα φονικό, μια ελευθερία. Αυτή η μαλαρμεική γλώσσα είναι ο Ορφέας που δεν μπορεί να σώσει εκείνο που αγαπά, παρά μόνο εγκαταλείποντάς το, και που ωστόσο στρέφει λίγο το βλέμμα του πίσω. Είναι η λογοτεχνία που φτάνει προ των πυλών της γης της επαγγελίας, δηλαδή μπρος στις πύλες ενός κόσμου χωρίς λογοτεχνία, για τον οποίο ωστόσο οι συγγραφείς είναι εκείνοι που θα έπρεπε να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.
Ρολάν Μπαρτ, Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Εκδόσεις Ράππα, Μετάφραση Κατερίνας Παπαϊακώβου.
Η χειροτεχνική γραφή, που ανήκει στην κληρονομιά του αστισμού, δεν διασαλεύει καμία τάξη. Ο συγγραφέας, στερημένος από άλλες ευκαιρίες ν΄αγωνιστεί, διακατέχεται από ένα πάθος που είναι αρκετό για να τον δικαιώσει: το ξεγέννημα της μορφής. Δεν τον απασχολεί η ελευθέρωση μιας νέας λογοτεχνικής γλώσσας, ωστόσο δέχεται τουλάχιστον να πλειοδοτήσει για την παλιά, να τη φορτίσει με στόχους, με επιτηδευμένες και φανταχτερές εκφράσεις, και με αρχαϊσμούς, να δημιουργήσει μια γλώσσα πλούσια και θνητή. Αυτή η σπουδαία παραδοσιακή γραφή, του Ζιντ, του Βαλερύ, του Μπρετόν, δείχνει ότι η μορφή με τη βαρύτητά της, με τις εξαίσιες πτυχώσεις της, είναι μια αξία που υπερβαίνει την Ιστορία, όπως είναι η τελετουργική γλώσσα των ιερέων.
Αυτή την ιερή γραφή, άλλοι συγγραφείς πίστεψαν πως δεν θα μπορούσαν να την ξορκίσουν παρά μόνο εξαρθρώνοντάς την. Υπονόμευσαν λοιπόν τη λογοτεχνική γλώσσα, έσπαζαν ακατάπαυστα το αναγεννώμενο κέλυφος των κλισέ, των συνηθειών, του μορφικού παρελθόντος του συγγραφέα. Μέσα στο χάος των μορφών, μέσα στην έρημο των λέξεων, σκέφτηκαν να πετύχουν ένα στόχο που δεν είχε καθόλου Ιστορία, να βρουν τη φρεσκάδα μιας καινούριας κατάστασης της γλώσσας. Αυτές όμως οι διαταραχές τελικά χαράζουν τους δικούς τους δρόμους, δημιουργούν τους δικούς τους νόμους. Η λογοτεχνία απειλεί κάθε γλώσσα που δεν είναι ξεκάθαρα βασισμένη πάνω στον κοινωνικό λόγο. Με το ν΄αποφεύγει όλο και πιο έντονα μια σύνταξη της αταξίας, η αποσύνθεση της γλώσσας δεν οδηγεί παρά σε μια σιωπή της γραφής.
Η τελική αγραφία του Ρεμπώ ή ορισμένων σουρρεαλιστών-που γι΄αυτό άλλωστε και ξεχάστηκαν- αυτός ο συγκλονιστικός αυτοαφανισμός της Λογοτεχνίας, διδάσκει ότι, για ορισμένους συγγραφείς η γλώσσα, πρώτη και τελευταία διέξοδος από τον λογοτεχνικό μύθο, ανασυνθέτει τελικά εκείνο που ήθελε να αποφύγει, ότι δεν υπάρχει γραφή που να παραμένει επαναστατική και ότι κάθε σιωπή της μορφής δεν γλιτώνει από την αγυρτεία παρά μόνο με την τέλεια βουβαμάρα.Ο Μαλαρμέ, κάτι σαν Άμλετ της γραφής, εκφράζει σωστά αυτή την ευπαθή φάση της Ιστορίας, όπου η λογοτεχνική γλώσσα διατηρείται μόνο για να υμνήσει καλύτερα την ανάγκη της να πεθάνει. Η τυπογραφική αγραφία του Μαλαρμέ τείνει να δημιουργήσει γύρω της από τις αραιωμένες λέξεις μια κενή ζώνη που μέσα της η ομιλία, ελευθερωμένη από τις κοινωνικές και ένοχες αρμονίες της, παύει ευτυχώς να αντηχεί. Η λέξη, ξεκολλημένη από το επίστρωμα των συνηθισμένων κλισέ, των τεχνικών ανακλαστικών του συγγραφέα, είναι τώρα απόλυτα ανεύθυνη για όλα τα δυνατά συμφραζόμενα. Προσεγγίζει μια σύντομη, μοναδική πράξη, που η θαμπάδα της πιστοποιεί μια μοναξιά, άρα μια αθωότητα. Η τέχνη αυτή έχει την ίδια τη δομή της αυτοκτονίας: η σιωπή είναι σ΄αυτή ένας ομογενής ποιητικός χρόνος, που σφηνώνεται ανάμεσα σε δύο στρώματα και κάνει τη λέξη να φανερώνεται όχι τόσο σαν ένα απόκομμα κρυπτογραφήματος, όσο σαν ένα φως, ένα κενό, ένα φονικό, μια ελευθερία. Αυτή η μαλαρμεική γλώσσα είναι ο Ορφέας που δεν μπορεί να σώσει εκείνο που αγαπά, παρά μόνο εγκαταλείποντάς το, και που ωστόσο στρέφει λίγο το βλέμμα του πίσω. Είναι η λογοτεχνία που φτάνει προ των πυλών της γης της επαγγελίας, δηλαδή μπρος στις πύλες ενός κόσμου χωρίς λογοτεχνία, για τον οποίο ωστόσο οι συγγραφείς είναι εκείνοι που θα έπρεπε να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.
Ρολάν Μπαρτ, Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Εκδόσεις Ράππα, Μετάφραση Κατερίνας Παπαϊακώβου.