Sorghum halepense ή Σόργος ο Χαλέπιος (βέλιουρας)

preview_player
Показать описание
Το Sorghum halepense είναι μία πολυετής πόα, με πλατιά, επίπεδα φύλλα μήκους 75 εκ. και πλάτους 5 εκ. και μικρά, ερμαφρόδιτα άνθη σε χαρακτηριστικές, πυκνές, επάκριες ταξιανθίες (φόβη).
Το φυτό εμφανίζει πλάγιους βλαστούς οι οποίοι φυτρώνουν μετά την άνθιση του κύριου στελέχους. Η ανθοφορία γίνεται από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο και η καρποφορία από τον Σεπτέβριο έως τον Οκτώβριο. Είναι φυτό ενδημικό της Μεσογείου, αλλά έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα το φυτό έχει εισαχθεί σε όλες τις ηπείρους εκτός της Ανταρκτικής. Αναπαράγεται με παραφυάδες και σπόρους. Θα το συναντήσουμε σε καλλιεργούμενα ή εγκαταλελειμμένα χωράφια, βοσκότοπους, δασικές άκρες και κατά μήκος χειμάρρων. Ευδοκιμεί σε ανοιχτό, πλούσιο, υπέδαφος, ιδιαίτερα σε καλλιεργούμενα χωράφια. Ανήκει στην οικογένεια Poaceae (Ποοειδή). Είναι γνωστό με διάφορα κοινά ονόματα όπως: βέλιουρας, βήλιουρας, βούλιαρη, καλαμάγγρα, καλαμότσιχρο, σόργος, νταριτζάνι, δαρί, αγούλιαρας.
Το Sorghum halepense χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή και ως προστασία από τη διάβρωση εδαφών. Θεωρείται όμως ζιζάνιο, γιατί αυξάνεται και εξαπλώνεται τόσο γρήγορα, που μπορεί να «πνίξει» τις καλλιέργειες. Ο βέλιουρας είναι ανθεκτικός στα κοινά ζιζανιοκτόνα και θεωρείται ότι είναι ένα από τα δέκα χειρότερα ζιζάνια στον κόσμο.
Το ξερό φύλλωμά του από την παγωνιά ή τη ζέστη μπορεί ναι περιέχει αρκετές ποσότητες κυανιούχου υδρογόνου, ώστε να σκοτώσει βοοειδή και άλογα αν καταναλωθεί σε ποσότητα. Το φύλλωμα μπορεί να προκαλέσει «φούσκωμα» σε φυτοφάγα ζώα από τη συσσώρευση υπερβολικών νιτρικών αλάτων. Γενικώς πάντως, είναι βρώσιμο για τα ζώα.
Όλο το φυτό εμφανίζει μαλακτικές, διουρητικές και τονωτικές ιδιότητες και συνιστάται κυρίως, στη λαϊκή ιατρική για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων των ουροφόρων οδών. Σήμερα, ερευνάται η πιθανή χρήση του φυτικού εκχυλίσματος για την προστασία του ήπατος, τη θεραπεία της αναιμίας και την ενίσχυση της κυτταρικής ανοσίας σε άτομα, που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV.
Η θρεπτική αξία του Sorghum halepense είναι ελαφρώς κατώτερη από αυτή του αραβοσίτου. Ο κόκκος του σόργου έχει υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, ενώ περιέχει επίσης πρωτεΐνη σε ποσοστό 10%, λίπη σε 3,4%, ασβέστιο και μικρές ποσότητες Σιδήρου, βιταμίνης Β1 (θειαμίνη) και βιταμίνης PPP (νικοτινικό οξύ). Οι πρωτεΐνες του ενδοσπερμίου είναι γνωστές με την συλλογική ονομασία καφιρίνη. Το λάδι που λαμβάνεται από το έμβρυο του φυτού είναι παρόμοιο με αυτό του αραβοσίτου και αποτελείται κυρίως από τα λιπαρά οξέα.
Ο κόκκος αλέθεται σε αλεύρι που καταναλώνεται με την μορφή χυλού, κέικ και ψωμιού, σε συνδυασμό με αλεύρι σταριού. Ο καρπός του χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή εδώδιμου λαδιού, αμύλου, δεξτρόζης, και αλκοολούχων ποτών (μπίρα των Κάφρων).
Οι βλαστοί χρησιμοποιούνται ως χορτονομή και ως οικοδομικό υλικό.
Ο γλυκός Σόργος καλλιεργείται κυρίως στις ΗΠΑ και τη Νότια Αφρική ως χορτονομή και για την παρασκευή σιροπιού. Σε ορισμένες χώρες οι γλυκείς βλαστοί μασιούνται. Οι σπόροι του ωμοί ή ψημένο είναι βρώσιμοι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ολόκληρο με παρόμοιο τρόπο με το ρύζι ή το κεχρί, ή μπορεί να αλεσθεί σε αλεύρι και να χρησιμοποιηθεί ως δημητριακό για την παρασκευή ψωμιού, κέικ κλπ.
Η ανθοφορία γίνεται από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο και η καρποφορία από τον Σεπτέμβριο έως τον Οκτώβριο.
Δίνει νέκταρ και γύρη ανοιχτού μπεζ χρώματος.
Στην αγγλική βιβλιογραφία θα το συναντήσουμε ως Johnson grass. Πήρε το όνομα του William Johnson, ο οποίος το εισήγαγε στις ΗΠΑ το 1830 από την Τουρκία. Ο εργοστασιάρχης Johnson καθιέρωσε τον Johnsongrass (Sorghum halepense) κατά μήκος του ποταμού Αλαμπάμα τη δεκαετία του 1840 ως είδος ζωοτροφών, το οποίο γρήγορα εξαπλώθηκε στο Νότο. Στη συνέχεια "δραπέτευσε" σε πολλές από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Рекомендации по теме