filmov
tv
Κυριακή

Показать описание
Είσαι. Και αν δεν είσαι, γίνεσαι. Ξεχνιέσαι και παρασύρεσαι. Έκλεψες το καλύτερο ανέκδοτο που λες στις παρέες από ένα φίλο στο γυμνάσιο. έκλεψες κάθε σημείο της προσωπικότητας σου που μου άρεσε.
Τουλάχιστον αυτό λέω στον εαυτό μου. Δεν σε σκέφτομαι. Έχω ξεχάσει το προσωπό σου. Έχω ξεχάσει το άρωμα σου, έχω ξεχάσει το αγαπημένο σου χρώμα. Εσύ δε θα ξεχάσεις ποτέ το δικό μου. Το βλέπεις κάθε φορά που κοιτάς τον καθρέφτη. Ελπίζω να μην ξεχάσεις ποτέ το δικό μου.
Οι μέρες περνάνε σαν σφαίρες. Κι εγώ κάθομαι στον καναπέ και λέω οτι τις απολαμβάνω. Ανιαρά απογεύματα παίρνουν νόημα από την ηχηρή βουή της απουσίας σου.
Ο καθένας θα μπορούσε να πετάξει δύο εξυπνάδες, μου έλεγες.
Βρες μία κανονική δουλεία, μου έλεγες.
Και πήγαινες στο νοχελικό γραφείο σου, να πιεις τον πικρό καφέ σου, να συζητήσεις τον καιρό με ανθρώπους που απεχθάνεσαι.
Η ύπαρξη σου λυπηρή και εσύ λυπόσουν εμένα.
Τα μάτια όμως. Τις πιο καυτές μέρες ο ήλιος δεν ήταν τόσο φωτεινός.
Και σε ζωγράφιζα. Τα μεσημέρια που δεν δούλευε ο ανεμιστήρας. Και τα βράδια που δεν ανεχόμασταν την φασαρία του, σε ζωγράφιζα.
Το πρόσωπο σου, ένα ποίημα. Τα ακροδάχτυλα σου, χιλιάδες ιστορίες. Οι καμπύλες των χειλιών σου, ένα θαύμα της γεωμετρίας. Ένα κινούμενο έργο τέχνης και ντρεπόσουν να σε δω με πρησμένα μάτια από τον ύπνο, αλλά στον ορκίζομαι..., ήσουν τόσο όμορφη όταν ξυπνούσες.
Μία εικόνα χίλιες λέξεις, και απ'τήν εικόνα σου εγώ ευτύχησα χιλιάδες φορές.
Γι' αυτό είναι χειρότερο. Απεχθάνομαι την ανάμνηση σου όπως έμαθες να απεχθάνεσαι την επιστήμη μου, την τέχνη μου.
Θυμάμαι. Θυμάμαι. Σε θυμάμαι σα να σαι Κυριακή κι εγώ να είμαι Δευτέρα.
Κάθε λακάκι και κάθε γωνία. Κάθε καμπύλη και κάθε ελιά. Όλα τα σημάδια από όταν έπεφτες μικρή με το ποδήλατο.
Μακάρι να είχαμε μείνει φίλοι. Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ.
Η έμπνευση πέθανε όταν έφυγες.
Όταν έφυγες, πήρες μαζί σου τις αναμνήσεις που θα κάναμε. Πήρες μαζί σου τις διακοπές σε κάμπινγκ και τα μεγάλα ταξίδια με το αυτοκίνητο, κι ας μην είχαμε δίπλωμα ακόμα. Όταν έφυγες πήρες μαζί σου την ευτυχία μου. Την όρεξη μου να σηκώνομαι το πρωί απτο κρεβάτι.
Εγώ ήμουν όλα σου τα όνειρα και οι επιθυμίες μαζί, κι εσύ ήσουν ο άνθρωπος μου.
Τελικά ποτέ δεν ξέρεις τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου.
Άξιζει όμως να προσπαθείς να τον μάθεις?
Επειδή έχω τη δύναμη να σε ξεπεράσω δε σημαίνει ότι θα 'πρεπε.
Τουλάχιστον αυτό λέω στον εαυτό μου. Δεν σε σκέφτομαι. Έχω ξεχάσει το προσωπό σου. Έχω ξεχάσει το άρωμα σου, έχω ξεχάσει το αγαπημένο σου χρώμα. Εσύ δε θα ξεχάσεις ποτέ το δικό μου. Το βλέπεις κάθε φορά που κοιτάς τον καθρέφτη. Ελπίζω να μην ξεχάσεις ποτέ το δικό μου.
Οι μέρες περνάνε σαν σφαίρες. Κι εγώ κάθομαι στον καναπέ και λέω οτι τις απολαμβάνω. Ανιαρά απογεύματα παίρνουν νόημα από την ηχηρή βουή της απουσίας σου.
Ο καθένας θα μπορούσε να πετάξει δύο εξυπνάδες, μου έλεγες.
Βρες μία κανονική δουλεία, μου έλεγες.
Και πήγαινες στο νοχελικό γραφείο σου, να πιεις τον πικρό καφέ σου, να συζητήσεις τον καιρό με ανθρώπους που απεχθάνεσαι.
Η ύπαρξη σου λυπηρή και εσύ λυπόσουν εμένα.
Τα μάτια όμως. Τις πιο καυτές μέρες ο ήλιος δεν ήταν τόσο φωτεινός.
Και σε ζωγράφιζα. Τα μεσημέρια που δεν δούλευε ο ανεμιστήρας. Και τα βράδια που δεν ανεχόμασταν την φασαρία του, σε ζωγράφιζα.
Το πρόσωπο σου, ένα ποίημα. Τα ακροδάχτυλα σου, χιλιάδες ιστορίες. Οι καμπύλες των χειλιών σου, ένα θαύμα της γεωμετρίας. Ένα κινούμενο έργο τέχνης και ντρεπόσουν να σε δω με πρησμένα μάτια από τον ύπνο, αλλά στον ορκίζομαι..., ήσουν τόσο όμορφη όταν ξυπνούσες.
Μία εικόνα χίλιες λέξεις, και απ'τήν εικόνα σου εγώ ευτύχησα χιλιάδες φορές.
Γι' αυτό είναι χειρότερο. Απεχθάνομαι την ανάμνηση σου όπως έμαθες να απεχθάνεσαι την επιστήμη μου, την τέχνη μου.
Θυμάμαι. Θυμάμαι. Σε θυμάμαι σα να σαι Κυριακή κι εγώ να είμαι Δευτέρα.
Κάθε λακάκι και κάθε γωνία. Κάθε καμπύλη και κάθε ελιά. Όλα τα σημάδια από όταν έπεφτες μικρή με το ποδήλατο.
Μακάρι να είχαμε μείνει φίλοι. Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ.
Η έμπνευση πέθανε όταν έφυγες.
Όταν έφυγες, πήρες μαζί σου τις αναμνήσεις που θα κάναμε. Πήρες μαζί σου τις διακοπές σε κάμπινγκ και τα μεγάλα ταξίδια με το αυτοκίνητο, κι ας μην είχαμε δίπλωμα ακόμα. Όταν έφυγες πήρες μαζί σου την ευτυχία μου. Την όρεξη μου να σηκώνομαι το πρωί απτο κρεβάτι.
Εγώ ήμουν όλα σου τα όνειρα και οι επιθυμίες μαζί, κι εσύ ήσουν ο άνθρωπος μου.
Τελικά ποτέ δεν ξέρεις τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου.
Άξιζει όμως να προσπαθείς να τον μάθεις?
Επειδή έχω τη δύναμη να σε ξεπεράσω δε σημαίνει ότι θα 'πρεπε.