ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΕ Μήπως ΔΙΨΑΣ την αναζήτησις της χαράς ;

preview_player
Показать описание
Η έννοια της Χριστιανικής αγάπη
Σε μια εποχή, που τη χαρακτηρίζει ο άκρατος ερωτισμός και ο πανσεξουαλισμός, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την έννοια της χριστιανικής αγάπης. Σε μια εποχή, στην οποία ο λόγος περί θυσίας θεωρείται ξεπερασμένος ρομαντισμός, και η οποία έχει αναγάγει τον εγωισμό και την αυτοδικαίωση σε τρόπο ζωής, πώς είναι δυνατόν να μιλήσουμε για την έννοια της κενώσεως και για την έννοια της ταπεινώσεως, που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις της χριστιανικής αγάπης; Κι όμως, η αγάπη, την οποία εξυμνεί τόσο όμορφα ο μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος στο 13ο κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους επιστολής του, στον λεγόμενο “ύμνο της αγάπης”, είναι το Α και το Ω της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Όχι η αγάπη ως μια αφηρημένη ιδέα, όχι η αγάπη ως ένα απλό ανθρώπινο συναίσθημα, αλλά η σαρκωμένη και σταυρωμένη αγάπη, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, χωρίς τη μετοχή στην ζωή του Οποίου κάθε έννοια αγάπης είναι κίβδηλη και απατηλή.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος μάς υπενθυμίζει στην Α' Καθολική επιστολή του, ότι “ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν” (Α’ Ἰω. δ’ 16). Ο Τριαδικός Θεός, στον Οποίον πιστεύουμε, ο μόνος αληθινός Θεός, δεν είναι μια απρόσωπη ύπαρξη, δεν είναι το «κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους, αλλά είναι κοινωνία προσώπων, είναι κοινωνία αγάπης. Δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο από άκρα αγάπη και από αγάπη κυβερνά και συντηρεί το σύμπαν. Τόσο πολύ δε αγάπησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, ώστε θέλησε ο Μονογενής Του Υιός να εισέλθει στην πεπερασμένη ιστορία του κόσμου, να προσλάβει την ανθρώπινη φύση και να σταυρωθεί για τις αμαρτίες των ανθρώπων. “Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ἰω. γ’ 16). Ο άναρχος και προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού, κινούμενος από άκρα συγκατάβαση, κενώνεται από τη θεϊκή Του δόξα και λαμβάνει μορφή δούλου• ταπεινώνεται δε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταδεχθεί να υποστεί τον επαίσχυντο σταυρικό θάνατο “δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν”.
Υπ’ αυτὲς τις προϋποθέσεις γίνεται κατανοητό, τι συνιστάγια μας η χριστιανική εντολή της αγάπης. Της αγάπης εκείνης, που από όλους τους εκκλησιαστικούς Πατέρες και Διδασκάλους θεωρείται ως η κορωνίδα των αρετών. Η αγάπη του Χριστιανού είναι πρώτα απ’ όλα μίμηση της άπειρης αγάπης του Τριαδικού Θεού και μίμηση της αγάπης του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού. Η αγάπη του Θεού είναι αγάπη χωρίς πέρας, χωρίς όρια. Κι η αγάπη του Χριστιανού, για να είναι πραγματική χριστιανική αγάπη, πρέπει επίσης να καταστεί άπειρη και απεριόριστη. Δεν μπορεί να είναι αληθινή αγάπη μια αγάπη που απευθύνεται μόνο προς εκείνους που μας αγαπούν ή προς εκείνους, από τους οποίους περιμένουμε ανταπόδοση. Δεν μπορεί να είναι αληθινή αγάπη μια αγάπη που περιορίζεται στη δική μας οικογένεια, στους δικούς μας φίλους και γνωστούς, στη δική μας κοινωνική ομάδα, στο δικό μας έθνος. Η γνήσια χριστιανική αγάπη απευθύνεται προς όλους χωρίς καμιά διάκριση, προς φίλους και εχθρούς, προς φτωχούς και πλουσίους, προς ισχυρούς και αδυνάτους. Γι’ αυτό και ο Κύριος νομοθετεί στην Επί του όρους ομιλία Του: “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς ... ὅπως γένησθαι υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς” (Ματθ. ε’ 44-45). Ως “καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως”, κατά τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, η χριστιανική αγάπη απευθύνεται ακόμη και προς τους δαίμονες. Είναι αρκετά τα παραδείγματα των Αγίων της Εκκλησίας μας, που προσεύχονταν στον Πανάγαθο Θεό ακόμη και για τον αρχέκακο διάβολο, έστω κι αν γνώριζαν ότι αυτός δεν είναι δεκτικός σωτηρίας.
Η αγάπη του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού είναι αγάπη κενωτική και θυσιαστική. Κι η αγάπη του Χριστιανού, για να είναι πραγματική χριστιανική αγάπη, πρέπει να συνοδεύεται από την κένωσή μας από κάθε πάθος και κάθε αμαρτία, ώστε να μείνει χώρος μέσα μας για την απόκτηση της θείας χάριτος. Πρέπει να συνοδεύεται από την κένωσή μας από το ίδιον θέλημα, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε πράξη στην ζωή μας το θέλημα του Θεού. Η γνήσια χριστιανική αγάπη σημαίνει πραγματική κένωση, αλλά σημαίνει και ετοιμότητα για θυσία. Θυσία της καλοπέρασης και του βολέματός μας, θυσία των ποικίλων επιθυμιών μας, θυσία των εγωισμού μας και του δικού μας θελήματος, θυσία ακόμη και της ίδιας μας της ζωής, αν τούτο κάποια στιγμή μας ζητηθεί. Χωρίς αυτήν την ετοιμότητα για θυσία, ούτε τον συνάνθρωπό μας μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αληθινά, ούτε φυσικά και τον Θεό. Γιατί η αγάπη τότε “ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς”, είναι αγάπη όχι χριστιανική, αλλά αγάπη του κόσμου τούτου.
Σίγουρα για έναν άνθρωπο, που επιθυμεί να ζήσει κοσμικά, αυτή η αγάπη είναι ασύμφορη, γιατί ανατρέπει όλα τα δεδομένα μιας βολεμένης και ευχάριστης ζωής. Για έναν άνθρωπο όμως, για τον οποίο η ζωή δεν τελειώνει με τον βιολογικό θάνατο, για έναν άνθρωπο, ο οποίος “προσδοκεῖ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰώνος”, αυτή η αγάπη είναι η μοναδική οδός, που οδηγεί με βεβαιότητα στην αιώνια ζωή.
Комментарии
Автор

ΒὉ ἀπόστολος δέν εἶπε ἁπλᾶ «ἀγαπᾶτε», ἀλλά «ἐπιδιώκετε τήν ἀγάπη» (Α΄ Κορ. 14, 1), καθώς ἀπαιτεῖται μεγάλος ἀγώνας γιά νά τήν ἀποκτήσουμε. Ἡ ἀγάπη τρέχει γοργά κι ἐξαφανίζεται, γιατί πολλά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου τήν καταστρέφουν. Ἄς τήν ἐπιδιώκουμε, ἄς τρέχουμε συνεχῶς ἀπό πίσω της, γιά νά τήν συλλάβουμε, πρίν προφτάσει νά μᾶς φύγει. Ὁ Παῦλος μᾶς ἀναφέρει καί τούς λόγους, γιά τούς ὁποίους πρέπει ν ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, λέγοντας: «Νά δείχνετε μέ στοργή τήν ἀδελφική ἀγάπη σας γιά τούς ἄλλους» (Ρωμ. 12, 10). Θέλει νά πεῖ: Εἶστε ἀδέλφια, καί γι’ αὐτό πρέπει νά ἔχετε ἀγάπη ἀδελφική μεταξύ σας. Αὐτό εἶπε καί ὁ Μωυσῆς στούς Ἑβραίους ἐκείνους, πού φιλονικοῦσαν στήν Αἴγυπτο: «Γιατί μαλώνετε; Ἀδέλφια εἶστε» (πρβλ. Ἐξ. 2, 13). Ἀξιοπαρατήρητο εἶναι τό ὅτι ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ συμβουλεύει στοργή καί ἀγάπη ἀδελφική ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ὅταν ἀναφέρεται στίς σχέσεις τῶν χριστιανῶν μέ τούς ἄπιστους, λέει κάτι διαφορετικό: «Ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σᾶς, νά ζεῖτε εἰρηνικά μέ ὅλους τους ἀνθρώπους» (Ρωμ. 12, 18). Στήν περίπτωση τῶν ἀπίστων, δηλαδή, ζητάει νά μή φιλονικοῦμε, ἐνῶ στήν περίπτωση τῶν ἀδελφῶν μας χριστιανῶν ζητάει ἐπιπλέον στοργή, φιλαδελφία, ἀγάπη εἰλικρινῆ καί ἀνυπόκριτη, ἀγάπη θερμή καί μόνιμη.

antoniosroumeliotisiereas
Автор

Θ )* Τό νά προσφέρεις στούς ἄλλους φαίνεται βαρύ, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει ἐλαφρύ.

* Τό νά παίρνεις ἀπό τούς ἄλλους φαίνεται εὐχάριστο, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει δυσάρεστο.

* Τό νά κακολογεῖς τούς ἄλλους φαίνεται ἀπολαυστικό, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει πικρό.

* Γιά τήν ἀγάπη ἡ μεγαλύτερη ἀπόλαυση εἶναι ὁ καλός λόγος καί ὁ ἔπαινος ὅλων.

* Ὁ θυμός, πάλι, δίνει κάποιαν ἄγρια εὐχαρίστηση, ὄχι ὅμως στόν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης, γιατί αὐτός δέν γνωρίζει τόν θυμό.
* Ἄν τόν λυπήσει ὁ συνάνθρωπός του, δέν θυμώνει, ἀλλά ξεσπάει σέ δάκρυα, παρακάλια καί ἱκεσίες.

* Ἄν δεῖ τόν συνάνθρωπό του νά ἁμαρτάνει, θρηνεῖ καί πονάει ψυχικά· μά ὁ πόνος τοῦτος εἶναι γλυκός, γιατί τά δάκρυα καί ἡ λύπη τῆς ἀγάπης εἶναι ἀνώτερα ἀπό κάθε γέλιο καί κάθε χαρά.

* Τήν εἰρήνη καί τήν ἀνάπαυση, πού αἰσθάνονται ὅσοι κλαῖνε γιά τ’ ἀγαπημένα τους πρόσωπα, δέν τήν αἰσθάνονται ὅσοι γελοῦν.

Ἵσως θά μέ ρωτήσετε: Δέν φέρνει εὐχαρίστηση, ἔστω καί ἄτοπη, ὁποιαδήποτε ἀγάπη; Ὄχι. Μόνο ἡ γνήσια ἀγάπη φέρνει καθαρή καί ἀνόθευτη χαρά. Καί γνήσια ἀγάπη δέν εἶναι ἡ κοσμική, ἡ ἀγοραία, πού ἀποτελεῖ μᾶλλον κακία καί ἐλάττωμα, ἀλλά ἡ χριστιανική, ἡ πνευματική, ἐκείνη πού μᾶς ζητάει ὁ Παῦλος, ἐκείνη πού ἀποβλέπει στό συμφέρον τοῦ πλησίον. Αὐτήν τήν ἀγάπη εἶχε ὁ ἀπόστολος, πού ἔλεγε: «Ποιός ἀσθενεῖ καί δέν ἀσθενῶ κι ἐγώ; Ποιός ὑποκύπτει στόν πειρασμό καί δέν ὑποφέρω κι ἐγώ;» (Β΄ Κορ. 11, 29). Τίποτα δέν παροργίζει τόσο τόν Θεό, ὅσο ἡ ἀδιαφορία μας γιά τόν πλησίον. Γι’ αὐτό πρόσταξε νά τιμωρηθεῖ αὐστηρά ὁ δοῦλος πού ἔδειξε σκληρότητα στούς συνδούλους του. Γι’ αὐτό εἶπε πώς οἱ μαθητές Του πρέπει νά ἔχουν γνώρισμά τους τήν ἀγάπη. Γιατί ἡ ἀγάπη φυσιολογικά ὁδηγεῖ στό ἐνδιαφέρον γιά τόν πλησίον.
Καί πάλι θά μέ ρωτήσετε: Φροντίζοντας γιά τόν πλησίον, δέν θά παραμελήσουμε τήν δική μας σωτηρία; Δέν ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Ἀπεναντίας, μάλιστα. Γιατί ἐκεῖνος πού ἐνδιαφέρεται γιά τούς ἄλλους, σέ κανέναν δέν προξενεῖ λύπη. Ὅλους τούς συμπαθεῖ καί ὅλους τούς βοηθάει, ὅσο μπορεῖ. Δέν ἁρπάζει τίποτε ἀπό κανένα. Οὔτε πλεονέκτης εἶναι, οὔτε κλέφτης, οὔτε ψεύτης. Κάθε κακό τό ἀποφεύγει καί τό καλό πάντα ἐπιδιώκει. Προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς του. Εὐεργετεῖ ὅσους τόν ἀδικοῦν. Δέν βρίζει καί δέν κακολογεῖ, ὅ, τι κι ἄν τοῦ κάνουν. Μέ ὅλα τοῦτα δέν συμβάλλουμε στή σωτηρία μας; Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας. Αὐτόν τόν δρόμο ἄς ἀκολουθήσουμε, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή. «Ἀγάπη, προφητείας χορηγός, Ἀγάπη, ἐλλάμψεως ἄβυσσος».

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

antoniosroumeliotisiereas
Автор

ΣΤ)Εὐκολότερα μπορεῖ νά γλυτώσει ἀπό τοῦ καμινιοῦ τίς φλόγες ἕνα ξερό κλαράκι, παρά ἀπό τῆς ἀγάπης τήν φωτιά ἡ ἁμαρτία. Ἄν, λοιπόν, φυτέψουμε τήν ἀγάπη στήν καρδιά μας, θά εἴμαστε ἅγιοι. Ναί, γιατί ὅλοι οἱ ἅγιοι μέ τήν ἀγάπη εὐαρέστησαν τόν Θεό. Γιά ποιό λόγο ὁ Ἄβελ ἔγινε θῦμα φόνου καί ὄχι φονιᾶς; Γιατί εἶχε σφοδρή ἀγάπη στόν ἀδελφό του καί δέν μποροῦσε νά τοῦ κάνει κακό οὔτε ὅταν ἐκεῖνος τόν σκότωνε. Γιά ποιό λόγο ὁ Κάιν φθόνησε τόν Ἀβελ καί τόν θανάτωσε; Γιατί στήν ψυχή του δέν εἶχε ἀγάπη. Γιά ποιό λόγο οἱ δυό γιοί τοῦ Νῶε, ὁ Σήμ καί ὁ Ἰάφεθ, ἀπέκτησαν καλή φήμη; Γιατί ἀγαποῦσαν πολύ τόν πατέρα τους καί δέν ἀνέχονταν νά τόν δοῦν γυμνό. Καί τόν τρίτο, τόν Χάμ, γιατί τόν καταράστηκε ὁ Νῶε; Γιατί δέν ἀγαποῦσε τόν πατέρα του καί τόν περιγέλασε. Μά καί τοῦ Ἀβραάμ ἡ μεγάλη φήμη ποῦ ὀφείλεται; Στήν ἀγάπη πού ἔδειξε τόσο στόν ἀνηψιό του Λώτ ὅσο καί στούς Σοδομῖτες, πού γιά τήν σωτηρία τους μεσολάβησε στόν Θεό. Γεμᾶτοι ἀγάπη, γεμᾶτοι φιλοστοργία, γεμάτοι συμπόνια ἦταν οἱ ἅγιοι. Σκεφτεῖτε τόν Παῦλο, πού ἐνῶ καί στή φωτιά ἔπεφτε, ἐνῶ ἔμενε ἀκλόνητος στίς δοκιμασίες, ἐνῶ δέν φοβόταν παρά μόνο τόν Θεό, ἐνῶ δέν λογαρίαζε τίποτα, οὔτε κι αὐτόν ἀκόμα τόν ἅδη, ὅταν εἶδε τά δάκρυα ἀγαπητῶν του προσώπων, λύγισε, αὐτός ὁ ἀλύγιστος, συγκινήθηκε καί εἶπε: «Γιατί κλαῖτε καί μοῦ σκίζετε τήν καρδιά;» (Πράξ. 21, 13). Καί θά ρωτήσετε: Μπόρεσαν τά δάκρυα νά συντρίψουν τήν διαμαντένια ἐκείνη ψυχή; Βέβαια. Γιατί, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅλα τά ὑπερνικοῦσε μέ τήν δύναμη τῆς ἀγάπης, ὄχι ὅμως καί τήν ἴδια τήν ἀγάπη, πού τόν ἔπνιγε καί τόν κατανικοῦσε. Νά τί ἀρέσει στόν Θεό! Τόν ἄνθρωπο πού δέν μπόρεσε νά συντρίψει ἡ ἄγρια θάλασσα, μπόρεσαν νά τόν συντρίψουν λίγα δάκρυα ἀγάπης. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμή της! Θέλετε νά δεῖτε καί τόν ἴδιο τόν Παῦλο νά κλαίει; Νά τί λέει σέ ἄλλη περίπτωση: «Τρία χρόνια συνέχεια δέν ἔπαψα νύχτα καί ἡμέρα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας» (Πράξ. 20, 31). Ἡ μεγάλη του ἀγάπη τόν ἔκανε νά φοβᾶται, μήπως πάθουν κανένα κακό οἱ ἀγαπημένοι του χριστιανοί, καί γι’ αὐτό μέ δάκρυα τούς συμβούλευε. Τό βλέπουμε καί στόν πάγκαλο Ἰωσήφ. Αὐτός ὁ βράχος, πού ἔμεινε ἀλύγιστος μπροστά στήν ἀκαταμάχητη δύναμη τῆς ἀκόλαστης ἐκείνης γυναίκας καί στή φωτιά τῆς ἁμαρτίας, ὅταν εἶδε τ’ ἀδέλφια του, τά ὁποῖα μάλιστα τόν εἶχαν πουλήσει, τόν εἶχαν ρίξει σ’ ἕναν λάκκο καί εἶχαν θελήσει νά τόν σκοτώσουν, συγκινήθηκε, συγκλονίστηκε ψυχικά καί, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά συγκρατήσει τά δάκρυά του, μπῆκε στό διπλανό δωμάτιο κι ἔκλαψε. Τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης ὁ Κύριος, λίγο πρίν παραδοθεῖ στούς Ἰουδαίους καί σταυρωθεῖ, τήν ὀνόμασε νέα: «Σᾶς δίνω μιά νέα ἐντολή», εἶπε στούς μαθητές Του, «νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 34)

antoniosroumeliotisiereas
Автор

Γ)ῶς, ὅμως, θά εἶναι μόνιμη ἡ ἀγάπη; Μᾶς τό ὑποδεικνύει καί αὐτό ὁ ἀπόστολος, λέγοντας: «Νά τό συναγωνίζεστε ποιός θά τιμήσει περισσότερο τόν ἄλλο» (Ρωμ. 12, 10). Μ αὐτόν τόν τρόπο καί δημιουργεῖται ἡ ἀγάπη καί μόνιμα παραμένει. Γιατί, στ’ ἀλήθεια, δέν ὑπάρχει καλύτερο μέσο γιά τήν διατήρηση τῆς ἀγάπης, ὅσο τό νά παραχωροῦμε στόν ἄλλον τά πρωτεῖα τῆς τιμῆς. Ἔτσι καί ἡ ἀγάπη γίνεται ζωηρή καί ἡ ἀλληλοεκτίμηση βαθειά. Πέρα ἀπό τήν τιμή, χρειάζεται ἀκόμα νά δείχνουμε ἐνδιαφέρον γιά τά προβλήματα τοῦ ἄλλου, γιατί ὁ συνδυασμός τῆς τιμῆς μέ τό ἐνδιαφέρον δημιουργεῖ τήν πιό θερμή ἀγάπη. Δέν φτάνει ν’ ἀγαπᾶμε μόνο μέ τήν καρδιά, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητα κι αὐτά τά δυό, τιμή καί ἐνδιαφέρον, πού εἶναι τῆς ἀγάπης ἐκδηλώσεις, ἀλλά συνάμα καί προϋποθέσεις. Γεννιοῦνται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀλλά καί γεννοῦν ἀγάπη. Πρέπει νά γνωρίζουμε πώς ἡ ἀγάπη δέν εἶναι κάτι τό προαιρετικό. Εἶναι ὑποχρέωση. Ὀφείλεις ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου, τόσο γιατί εἶστε μέλος ὁ ἕνας του ἄλλου. Ἄν λείψει ἡ ἀγάπη, ἔρχεται ἡ καταστροφή. Ὀφείλεις, ὅμως, ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου καί γιά ἕναν ἄλλον λόγο: Γιατί ἔχεις κέρδος καί ὠφέλεια, ἀφοῦ μέ τήν ἀγάπη τηρεῖς ὅλο τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ ἀδελφός, πού ἀγαπᾶς, γίνεται εὐεργέτης σου. Καί πράγματι, «τό μή μοιχεύσεις, μή φονεύσεις, μήν κλέψεις, μήν ἐπιθυμήσεις καί ὅλες γενικά οἱ ἐντολές συνοψίζονται σέ τούτην τήν μία, τό ν’ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου» (Ρωμ. 13, 9). Καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός βεβαίωσε, ὅτι ὅλος ὁ νόμος καί ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν συνοψίζονται στήν ἀγάπη (Ματθ. 22, 40). Καί κοίτα πόσο ψηλά τήν ἔβαλε: Καθόρισε δύο ἐντολές ἀγάπης καί τά ὅρια τῆς καθεμιᾶς. Ἡ πρώτη, εἶπε, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν Κύριο, τόν Θεό σου· καί ἡ δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου ὅπως τόν ἑαυτό σου (Ματθ. 22, 37-39). Τί μπορεῖ νά φτάσει τήν φιλανθρωπία καί τήν καλωσύνη τοῦ Χριστοῦ! Τήν ἀγάπη σ’ Αὐτόν, μολονότι εἴμαστε ἀνυπολόγιστα κατώτεροί Του, τήν ἐξισώνει μέ τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό καί τά ὅρια τῶν δύο αὐτῶν ἐντολῶν ἀγάπης σχεδόν ταυτίζονται. Γιά τήν πρώτη, στόν Θεό, εἶπε «μ’ ὅλη τήν καρδιά σου καί μ’ ὅλη τήν ψυχή σου» (Ματθ. 22, 37)· καί γιά τήν δεύτερη, στόν πλησίον, εἶπε «ὅπως τόν ἑαυτό σου» (Ματθ. 22, 39). Καί εἶναι αὐτονόητο, ὅτι χωρίς τήν δεύτερη δέν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρώτη. Ἄλλωστε, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, «ἄν κάποιος πεῖ πώς ἀγαπάει τόν Θεό, μισεῖ ὅμως τόν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Θεό, πρέπει ν’ ἀγαπάει καί τόν ἀδελφό του» (Α΄ Ἰω. 4, 20-21). Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δέν κάνει κακό στόν πλησίον. Ἀφοῦ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἔχει δύο πλεονεκτήματα, τήν ἀποφυγή τοῦ κακοῦ ἀπό τήν μιά καί τήν ἐπιτέλεση τοῦ καλοῦ ἀπό τήν ἄλλη. Καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν ὀνομάζεται, ὄχι μόνο γιατί ἀποτελεῖ σύνοψη ὅλων τῶν χριστιανικῶν καθηκόντων μας, ἀλλά καί γιατί κάνει εὔκολη τήν ἐκπλήρωσή τους. Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ χρέος, πού μένει πάντα ἀνεξόφλητο. Ὅσο ἐργαζόμαστε γιά τήν ἀπόδοσή του, τόσο αὐτό αὐξάνεται. Ὅταν πρόκειται γιά ὀφειλές χρημάτων, θαυμάζουμε ὅσους δέν ἔχουν χρέη, ἐνῶ, ὅταν πρόκειται γιά τήν ὀφειλή τῆς ἀγάπης, καλοτυχίζουμε ἐκείνους πού χρωστᾶνε πολλά. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Μήν ἀφήνετε κανένα χρέος σέ κανέναν, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἀγάπη, πού τήν ὀφείλετε πάντοτε ὁ ἕνας στόν ἄλλο» (Ρωμ. 13, 8). Θέλει μ’ αὐτά τά λόγια νά μᾶς διδάξει, ὅτι τό χρέος τῆς ἀγάπης πρέπει πάντα νά τό ἐξοφλοῦμε καί συνάμα νά τό ὀφείλουμε. Ποτέ μάλιστα νά μήν πάψουμε νά τό ὀφείλουμε, ὅσο βρισκόμαστε σέ τούτην τήν ζωή. Γιατί ὅσο βαρύ καί ἀβάσταχτο εἶναι τό νά χρωστάει κανείς χρήματα, ἄλλο τόσο ἀξιοκατάκριτο εἶναι τό νά μή χρωστάει ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα χρέος πού παραμένει, ὅπως εἶπα, πάντα ἀνεξόφλητο. Γιατί αὐτό τό χρέος εἶναι πού περισσότερο ἀπ’ ὁ, τιδήποτε ἄλλο συγκροτεῖ τήν ζωή μας καί μᾶς συνδέει στενότερα. Κάθε καλή πράξη εἶναι τῆς ἀγάπης καρπός. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ἀναφέρθηκε πολλές φορές στήν ἀγάπη. «Ἔτσι θά σᾶς ξεχωρίζουν ὅλοι πώς εἶστε μαθητές μου», εἶπε, «ἄν ἔχετε ἀγάπη ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 35). Ὅπως σ’ ὅλη μας τήν ζωή τρέφουμε τό σῶμα μας, ἔτσι πρέπει καί ν’ ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας, μέ περισσότερο μάλιστα ζῆλο ἀπ’ αὐτόν τῆς τροφοδοσίας τοῦ σώματος, γιατί ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή καί δέν θά πάψει νά ὑπάρχει ποτέ. Τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀγάπης τήν μαθαίνουμε ὄχι μόνο ἀπό τά λόγια του Θεοῦ, ἀλλά κι ἀπό τά ἔργα Του. Ἕνα τέτοιο μάθημα εἶναι ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας μας.

antoniosroumeliotisiereas
Автор

Ε)Τό ἴδιο γίνεται καί στά πνευματικά χαρίσματα, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος: «Στόν ἕναν τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει τό χάρισμα νά μιλάει μέ θεϊκή σοφία, σ’ ἕναν ἄλλον νά μιλάει μέ θεϊκή γνώση, σ’ ἄλλον νά θεραπεύει ἀσθένειες, σ’ ἄλλον νά μιλάει διάφορα εἴδη γλωσσῶν καί σ’ ἄλλον νά ἐξηγεῖ αὐτές τίς γλῶσσες» (πρβλ. Α΄ Κορ. 12, 8-10). Ἐπειδή, ὅμως, τίποτα δέν εἶναι ἀνώτερο ἀπό τήν ἀγάπη, τήν ἔβαλε πάνω ἀπ’ ὅλα, λέγοντας: «Ἄν μπορῶ νά λαλῶ ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καί τῶν ἀγγέλων, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη γιά τούς ἄλλους, τά λόγια μου ἀκούγονται σάν ἦχος χάλκινης καμπάνας ἤ σάν κυμβάλου ἀλαλαγμός. Κι ἄν ἔχω τῆς προφητείας τό χάρισμα καί κατέχω ὅλα τά μυστήρια καί ὅλη τήν γνώση, κι ἄν ἔχω ἀκόμα ὅλη τήν πίστη, ἔτσι πού νά μετακινῶ βουνά, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι ἕνα τίποτα» (Α΄ Κόρ.13, 1-2). Καί δέν στάθηκε ὡς ἐδῶ, ἀλλά πρόσθεσε ὅτι κι αὐτός ὁ θάνατος γιά τήν πίστη εἶναι ἀνώφελος, ἄν λείπει ἡ ἀγάπη (Α΄ Κορ. 13, 3). Γιά ποιό λόγο τόνισε τόσο πολύ τήν σημασία τῆς ἀγάπης; Ἐπειδή γνώριζε, σάν σοφός γεωργός τῶν ψυχῶν μας, πώς, ὅταν ἡ ἀγάπη ριζώσει καλά μέσα μας, θά ξεπροβάλουν ἀπ’ αὐτήν, σάν ἄλλα βλαστάρια, ὅλες οἱ ἀρετές. Γιατί, ὅμως, ν’ ἀναφέρουν τά μικρά ἐπιχειρήματα γιά τήν σπουδαιότητα τῆς ἀγάπης καί νά παραλείπουμε τά μεγάλα; Ἀπό ἀγάπη ἦρθε κοντά μας ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά καταργήσει τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας, νά φέρει τήν ἀληθινή θεογνωσία καί νά μᾶς χαρίσει τήν αἰώνια ζωή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στόν θάνατο τόν μονογενῆ Του Υἱό, γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ Αὐτόν, ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια» (Ἰω. 3, 16). Ἀπό τήν ἀγάπη φλογισμένος ὁ Παῦλος εἶπε τά οὐράνια τοῦτα λόγια: «Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τά παθήματα, οἱ στενοχώριες, οἱ διωγμοί, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἤ ὁ μαρτυρικός θάνατος;» (Ρωμ. 8, 35). Καί ἀφοῦ ἀδιαφόρησε γιά ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες, θεωρώντας τες ἀνίσχυρες, ἀνέφερε τίς πιό φοβερές, περιφρονώντας τες κι αὐτές: «Οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε παρόντα, οὔτε μέλλοντα, οὔτε κάτι ἄλλο, εἴτε στόν οὐρανό, εἴτε στόν ἅδη, οὔτε κανένα ἄλλο δημιούργημα θά μπορέσουν ποτέ νά μᾶς χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτή φανερώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας» (Ρωμ. 8, 38, 39). Ἡ ἀγάπη σοῦ παρουσιάζει τόν πλησίον σάν ἄλλον ἑαυτό σου, σέ διδάσκει νά χαίρεσαι γιά τήν εὐτυχία ἐκείνου, σάν νά εἶναι δική σου εὐτυχία, καί νά λυπᾶσαι γιά τίς συμφορές του, σάν νά εἶναι δικές σου συμφορές. Ἡ ἀγάπη κάνει ἕνα σῶμα τούς πολλούς καί δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τίς ψυχές τους. Γιατί τό Πνεῦμα τῆς εἰρήνης δέν ἀναπαύεται ἐκεῖ πού βασιλεύει ἡ διαίρεση, ἀλλά ἐκεῖ πού ἐπικρατεῖ ἑνότητα ψυχῶν. Ἡ ἀγάπη, ἐπίσης, κάνει κοινά σέ ὅλους τά ἀγαθά τοῦ καθενός, ὅπως βλέπουμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «Κανείς δέν θεωροῦσε ὅτι κάτι ἀπό τά ὑπάρχοντά του ἦταν δικό του, ἀλλά ὅλα τά εἶχαν κοινά» (Πράξ. 4, 32). Ἐκτός ἀπ’ αὐτά, ἡ ἀγάπη χαρίζει στούς ἀνθρώπους μεγάλη δύναμη. Δέν ὑπάρχει κάστρο τόσο γερό, ἀχάλαστο καί ἄπαρτο ἀπ’ τούς ἐχθρούς, ὅσο εἶναι ἕνα σύνολο ἀνθρώπων ἀγαπημένων καί σφιχτοδεμένων μέ τόν καρπό τῆς ἀγάπης, τήν ὁμόνοια. Καί τοῦ διαβόλου ἀκόμα τίς ἐπιθέσεις μποροῦν ν ἀποκρούσουν, γιατί, ἀντιμετωπίζοντάς τον ἑνωμένοι, γίνονται ἀήττητοι, ἐξουδετερώνουν τά τεχνάσματά του καί στήνουν λαμπρά τρόπαια τῆς ἀγάπης. Ὅπως οἱ χορδές τῆς λύρας, μολονότι εἶναι πολλές, δίνουν ἕναν γλυκύτατο ἦχο, καθώς συνεργάζονται ὅλες ἁρμονικά κάτω ἀπό τά δάχτυλα τοῦ μουσικοῦ, ἔτσι κι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ὁμόνοια, σάν ἄλλη λύρα ἀγάπης, δίνουν μιά θαυμάσια μελωδία. Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος συμβουλεύει τούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν σέ κάθε περίσταση τήν ὁμοφροσύνη, νά θεωροῦν τούς ἄλλους ἀνώτερους ἀπό τόν ἑαυτό τους, γιά νά μή διαλύεται ἡ ἀγάπη ἀπό τήν κενοδοξία, νά εἶναι μονοιασμένοι, νά τιμοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, νά ὑπηρετοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ἡ ἀγάπη μᾶς κάνει ἄμεμπτους, γιατί ἐμποδίζει τήν πλεονεξία, τήν λαγνεία, τόν φθόνο καί ἄλλα πάθη νά κυριέψουν τήν ψυχή. Γενικά, δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμάρτημα πού νά μήν τό καταστρέφει ἡ ἀγάπη.

antoniosroumeliotisiereas