filmov
tv
Οι αγάπες...

Показать описание
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
. . . . . . . . . . . . . . .
Θἄρθουν ὅλες μιὰ μέρα καὶ γύρω μου
θὰ καθήσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.
«Ἀδελφὲ –θὰ μοῦ ποῦν– δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πάρε καὶ δώσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.
»Τὰ χρυσὰ ποὖναι τῶρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανὸ, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπήγαν χωριὰ, πολιτεῖες;
»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι...
κι ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντὰ σου,
γιατὶ πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρὸ μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλὶ, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πάρε καὶ δώσε!».
Θὰ τελιώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ' ἀπομείνουν βουβὲς, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους,
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...
. . . . . . . . . . . . . . .
Θἄρθουν ὅλες μιὰ μέρα καὶ γύρω μου
θὰ καθήσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.
«Ἀδελφὲ –θὰ μοῦ ποῦν– δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πάρε καὶ δώσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.
»Τὰ χρυσὰ ποὖναι τῶρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανὸ, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπήγαν χωριὰ, πολιτεῖες;
»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι...
κι ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντὰ σου,
γιατὶ πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρὸ μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλὶ, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πάρε καὶ δώσε!».
Θὰ τελιώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ' ἀπομείνουν βουβὲς, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους,
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...